Η πρώτη επίσημη καταγραφή του θαύματος

syllogh-agioreitikhs-fotothikis-axion-estin-1872

Βενιαμίν ιερομονάχου Κοντράκη (1872). Συλλογή Αγιορειτικής Φωτοθήκης

Το θαύμα αυτό καταγράφηκε για πρώτη φορά υπό του Σεραφείμ του Θυηπόλου ο οποίος διετέλεσε και Πρώτος του Αγίου Όρους το 1550. Το αυτόγραφο χειρόγραφο του ιερομονάχου Σεραφείμ με αρχή: «Εις το Άγιον Όρος εις την σκήτην του Πρωτάτου το εν Καρυαίς, εγγύς ένι λάκκος μέγας Άδειν λεγόμενος, ήγουν ύμνος, έχοντος και κελλίον και εις το κελλίον ην ιερομόναχος…», δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά με ελάχιστες προσθήκες υπό του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, το 1799 στο Νέο Μαρτυρολόγιο.

Σχετικά με την ημερομηνία καταγραφής του θαύματος ο Όσιος Νικόδημος μας λέει σχετικά: « Ο Ιερομόναχος ούτος Σεραφείμ έζη εν έτει απο κτίσεως Κόσμου 7056′ επειδή δε τώρα έχομεν έτος 7306′ λοιπόν αφού εγράφθη το παρόν υπόμνημα, παρήλθον ήδη έτη 250…». Επόμενως η αρχική συγγραφή του υπομνήματος αυτού πρέπει να τοποθετηθεί χρονολογικά περί το 1548, δύο χρόνια νωρίτερα πρίν ο ίδιος επιτελέσει ως Πρώτος του Αγίου Όρους. Ο μακάριος ούτος υπήρξε επίσης γέροντας του Αγίου Διονυσίου εν Ολύμπω και είχε στενό πνευματικό δεσμό με τον Όσιο Θεόφιλο τον Μυροβλήτη ενόσω εκείνος ασκήτευε στο κελί του Μεγάλου Βασιλείου, στη γειτονική Καψάλα. Το κελί αυτό συνορεύει με το κελί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και η καθημερινή επαφή του με το μέρος όπου η αγγελική υμνώδια δοξολόγησε με  τέτοιο παράδοξο τρόπο τη Θεοτόκο, οδήγησε το Σεραφείμ στο να καταγράψει τούτο το θαύμα για να μείνει αθάνατο. Ο ίδιος επίσης έκτισε εκ θεμελίων το νάρθηκα του Πρωτάτου, τον αρχαιότερο και πιο ιστορικό ναό των Καρεών, ο οποίος σαν καύχημα φέρει σήμερα την εφέστιο και σεβάσμιο εικόνα του “Άξιον Εστίν”.

Το «Άξιον Εστίν» στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας

Περί τα τέλη του 10ου αιώνα ήταν ευρέως διαδεδομένο στην κοινή ζωή της Εκκλησίας, το μεγαλυνάριο που σύνθεσε ο Αγ. Κοσμάς ο ποιητής, Επίσκοπος Μαϊουμά με αρχή «Την Τιμιωτέραν των Χερουβίμ…». Μετά την αγγελοφάνεια όμως στις αρχές του 10ου αιώνα  και με απόφαση του Πατριάρχη ενσωματώνεται ο νέος αυτός ύμνος στα λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας και ειδικότερα στη Θ. Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Μετά το «Εξαιρέτως, της Παναγίας Αχράντου…», αφού έχει γίνει η μετουσίωση των Τιμίων Δώρων ψάλλεται απο το α΄ χορό στον ίδιο ήχο που ψάλθηκε και το χερουβικό, το «Άξιον Εστίν» αν και συνήθως προτιμάται ο β΄ ήχος διότι κατά την παράδοση σε αυτό τον ήχο έψαλλε και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Με τη πάροδο του χρόνου ο θεομητορικός ύμνος του «Άξιον Εστίν» συναντάται σχεδόν σε κάθε ακολουθία: Του Όρθρου, του Μικρού και Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα της Παναγίας, στο Μικρό Απόδειπνο αμέσως μετά τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, στην Ακολουθία της Τραπέζης.

Ο ακριβής χρόνος του θαύματος

thauma_en_to_adeinΗ πρώτη τυπωμένη ακολουθία της εικόνος “Άξιον Εστίν” γράφτηκε για πρώτη φορά το έτος 1838. Ο λόγιος ιεροδιάκονος Βενέδικτος εκ Σύμης, απο τη Ιερά Μονή Παντελεήμονος συνέταξε πλήρη ακολουθία της θαυματουργού εικόνος του «Άξιον Εστίν», ”…εύλαβεία τη προς την Κυρίαν Θεοτόκον, αιτήσει των του Πρωτάτου  Εκκλησιαστικών, κατά το 1838”.

Στην εν λόγω ακολουθία μετά τη στ΄ ωδή εμπεριέχεται το αρχικό κείμενο του Σεραφείμ του Θυηπόλου ως «Υπόμνημα περί του θαύματος του γενομένου υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Αγίω Όρει του Άθω, ήτοι περί του Αρχαγγελικού Ύμνου, του Άξιον Εστίν», το οποίο στην ουσία είναι ένα αρκετά εμπλουτισμένο  κείμενο. Εδώ γίνεται λόγος για πρώτη φορά, σχετικά με τη χρονολογία που συνέβη το θαύμα στο «λάκκο του Άδειν». Αναφέρεται σχετικά:

«Το παρόν θαύμα εγένετο επί βασιλείας Βασιλείου και Κωνσταντίνου των αυταδέλφων, των και Πορφυρογεννήτων καλουμένων, υιών Ρωμανού του Νέου εν έτει σωτηρίω 980, Νικολάου δε Χρυοοβέργου πάτριαρχούντος, εν έτει από κτίσεως κόσμου στυγ». Το έτος όμως στυγ΄ (=6490) αντιστοιχεί με το σωτήριον έτος 982 (και όχι με το 980). Οι αυτοκράτορες που μνημονεύονται είναι Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος (976-1025) και Κωνσταντίνος ο Η’ (1025-­1028). Επίσης στο Νέο Μαρτυρολόγιο του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτου διαβάζουμε: Ότι το θαύμα αυτό είναι παλαιό κι ότι ο Άγγελος, που φάνηκε ως ξένος μοναχός, ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ μαρτυρεί και το βιβλίο του μηναίου κατά την ενδεκάτη Ιουνίου ως εξής: «Τη αυτή ημέρα, η σύναξις του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Άδειν». Και επειδή, ως φαίνεται, στις ένδεκα Ιουνίου έγινε το θαύμα αυτό, οι Πατέρες τελούσαν κάθε έτος σύναξη και Θεία Λειτουργία στον παραπάνω λάκκο, που μετονομάσθηκε «Άδειν», σε ανάμνηση του θαύματος, τιμώντας έτσι και δοξάζοντας τον Αρχάγγελο Γαβριήλ.
Στο υπόμνημα του Σεραφείμ του Θυηπόλου, σχετικά με το θαύμα στο «Άδειν», διαβάζουμε ότι το θαύμα έγινε ημέρα Κυριακή και ότι στα παλιά έντυπα μηναία η σύναξη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Άδειν αναγράφεται την 11η Ιουνίου. Επειδή, όπως φαίνεται, την 11η Ιουνίου έγινε το θαύμα αυτό, τότε η ημερομηνία αυτή πρέπει να αναζητηθεί στο 982 μ.Χ. έτος, όπου η 11η Ιουνίου συμπίπτει με ημέρα Κυριακή.

Η εικόνα και το ελληνικό έθνος

229805-02 Στις 3 Οκτωβρίου 1913 οι αγιορείτες μοναχοί, αφού έκαναν εκτενή δέηση με ολονύκτια αγρυπνία στο ναό του Πρωτάτου, συνέταξαν το μνημειώδες ψήφισμα «της αιωνίου και αδιάσπαστου ενώσεως μετά της Μητρός  Ελλάδος», το οποίο υπέγραψαν οι ηγούμενοι και προϊστάμενοι των μοναστηριών, αφού πρώτα έβαζαν τρεις μετάνοιες μπροστά στην «εφέστιο των εφεστίων» εικόνα του Αγίου Όρους και κατασπάζονταν με βαθύτατη συγκίνηση και δάκρυα την πανάχραντο Δέσποινα και έφορο του Άθω. Το έγγραφο αυτό καθαρογράφτηκε, σφραγίστηκε απ’ τη Κοινότητα και τα μοναστήρια και στάλθηκε το μεν πρωτότυπο στον βασιλέα Κωνσταντίνο, «τον επί του Αγίου Όρους διάδοχον των αοιδίμων Αυτοκρατόρων, των ιδρυτών των ιερών μονών», αντίγραφα δε στη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, σε όλες τις κυβερνήσεις των  Ορθοδόξων κρατών και στα μέλη «της εν Λονδίνω Πρεσβευτικής Συνδιασκέψεως». Η εικόνα του «Άξιον εστί» τυπώθηκε και στις επίσημες ομολογίες του εθνικού αγιορείτικου δανείου του 1931, μετά την ανεκτίμητη προσφορά απ’ τα μοναστήρια του μεγαλύτερου μέρους των αγιορείτικων μετοχίων προς αποκατάσταση των ακτημόνων και των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής.

271579-17Το 1963, με αφορμή τον επίσημο εορτασμό της χιλιετηρίδος του Αγίου Όρους, η πάνσεπτη εικόνα με απόφαση της  Ιεράς Κοινότητος και με τη συνοδεία μητροπολιτών, πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, των αντιπροσώπων των μονών, των διακονητών του Πρωτάτου κ.ά. μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου την υποδέχτηκαν με εξαιρετικές τιμές, βαθύτατη ευλάβεια και συγκίνηση. Πλήθος πιστών της πρωτεύουσας είχαν έτσι την ευκαιρία να προσκυνήσουν τη σεβάσμια και ιστορική εικόνα, που για πρώτη φορά έβγαινε από το ιερό λίκνο της. Στην εκκλησία του Πρωτάτου γίνονται ημέρα και νύκτα οι ακολουθίες και συνεχίζονται αδιάκοπα οι παρακλήσεις και δεήσεις των μοναχών προς την Καρεώτισσα Θεοτόκο. Οι πολλές δημοσιεύσεις του υπομνήματος, οι εκδόσεις της ακολουθίας, το πλήθος των αντιγράφων και ιδιαίτερα η εξαιρετική διάδοση του αγγελοδίδακτου ύμνου του «Άξιον εστίν» έκαναν σ’ όλο τον κόσμο γνωστή την εικόνα.

πηγή: Ιουστίνου Ιερομονάχου Σιμωνοπετρίτου,
«Άξιον Εστιν» – Η θαυματουργή εικόνα του Πρωτάτου, Αγιορείτικα τετράδια 1

© Copyright belongs to the 
respective photographers.